Η ανάγνωση της γραφής Braille, εξαρτάται όχι μόνο από την αφή, όπως νομίζουν πολλοί αλλά και από την κίνηση. Και αυτό διότι η πρόσληψη των πληροφοριών γίνεται σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια των ανιχνευτικών δακτυλικών κινήσεων και όχι όταν το δάκτυλο είναι ακίνητο. Μέσω των ανιχνευτικών κινήσεων επιτυγχάνεται ο εντοπισμός των σειρών του κειμένου και τελικά ο χωρικός προσανατολισμός του αναγνώστη. Αυτό διαφέρει κατά πολύ από την διαδικασία της οπτικής ανάγνωσης, όπου η απόκτηση πληροφοριών πραγματοποιείται όταν τα μάτια εστιάζουν σε ένα γράμμα. Το ακροδάκτυλο χρησιμοποιείται ως χωρικό πλαίσιο εντός του οποίου θα αναζητηθεί ο εντοπισμός των κουκίδων.
Οι ικανοί ανγνώστες κατά κανόνα χρησιμοποιούν και τα δύο χέρια. Η λειτουργία των δύο χεριών είναι εναλλασσόμενη, το ένα αντικαθιστά το άλλο, συνήθως στη μέση της γραμμής ενός κειμένου. Καθώς το ένα λαμβάνει τη λεκτική πληροφόρηση του κειμένου, το άλλο εστιάζει στις χωρικές λειτουργίες. Ο αριστερός δείκτης συνήθως δεν αρχίζει να κινείται προς μια καινούργια γραμμή προτού ο δεξιός δείκτης να έχει ολοκληρώσει το τελευταίο γράμμα της προηγούμενης γραμμής. |